αναθεματισμένος

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

↓ πτώσεις       ενικός      
γένη → αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
ονομαστική ο αναθεματισμένος η αναθεματισμένη το αναθεματισμένο
      γενική του αναθεματισμένου της αναθεματισμένης του αναθεματισμένου
    αιτιατική τον αναθεματισμένο την αναθεματισμένη το αναθεματισμένο
     κλητική αναθεματισμένε αναθεματισμένη αναθεματισμένο
↓ πτώσεις   πληθυντικός  
γένη → αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
ονομαστική οι αναθεματισμένοι οι αναθεματισμένες τα αναθεματισμένα
      γενική των αναθεματισμένων των αναθεματισμένων των αναθεματισμένων
    αιτιατική τους αναθεματισμένους τις αναθεματισμένες τα αναθεματισμένα
     κλητική αναθεματισμένοι αναθεματισμένες αναθεματισμένα
Κατηγορία όπως «αγαπημένος» - Παράρτημα:Επίθετα & Μετοχές

Ετυμολογία [επεξεργασία]

αναθεματισμένος < μετοχή παθητικού παρακειμένου του ρήματος αναθεματίζω

Μετοχή[επεξεργασία]

αναθεματισμένος, -η, -ο

  1. (κυριολεκτικά)
    1. που έχει αναθεματιστεί, καταραστεί
    2. που έχει αφοριστεί από την εκκλησία
  2. (μεταφορικά) (υβριστικό) που έχει προξενήσει δυσκολίες, και το καταριόμαστε
    Δεν το αντέχω το αναθεματισμένο το τηλέφωνο! Συνεχώς χτυπάει «ντριν, ντριν»!

Σύνθετα[επεξεργασία]

Μεταφράσεις[επεξεργασία]