αναθεωρημένος

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός
ονομαστική αναθεωρημένος αναθεωρημένη αναθεωρημένο
γενική αναθεωρημένου αναθεωρημένης αναθεωρημένου
αιτιατική αναθεωρημένο αναθεωρημένη αναθεωρημένο
κλητική αναθεωρημένε αναθεωρημένη αναθεωρημένο
πτώση πληθυντικός
ονομαστική αναθεωρημένοι αναθεωρημένες αναθεωρημένα
γενική αναθεωρημένων αναθεωρημένων αναθεωρημένων
αιτιατική αναθεωρημένους αναθεωρημένες αναθεωρημένα
κλητική αναθεωρημένοι αναθεωρημένες αναθεωρημένα


Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

αναθεωρημένος < μετοχή παθητικού παρακειμένου του ρήματος αναθεωρώ

Open book 01.svg Μετοχή[επεξεργασία]

αναθεωρημένος, -η, -ο

δείτε τη λέξη: αναθεωρώ

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]