αναθεωρητής

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]


πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική αναθεωρητής αναθεωρητές
γενική αναθεωρητή αναθεωρητών
αιτιατική αναθεωρητή αναθεωρητές
κλητική αναθεωρητή αναθεωρητές

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

αναθεωρητής < αναθεωρώ, (μεταφραστικό δάνειο) γαλλική révisionniste

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

αναθεωρητής αρσενικό

  • (πολιτική) χαρακτηρισμός που αποδίδεται σε όποιον "αναθεωρεί την κλασική μαρξιστική – λενινιστική διδασκαλία"

Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Συνώνυμα[επεξεργασία]

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]