αναθεωρητής

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική ο αναθεωρητής οι αναθεωρητές
      γενική του αναθεωρητή των αναθεωρητών
    αιτιατική τον αναθεωρητή τους αναθεωρητές
     κλητική αναθεωρητή αναθεωρητές
Κατηγορία όπως «νικητής» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

Ετυμολογία [επεξεργασία]

αναθεωρητής < (αναθεωρώ) αναθεωρη- + -τής, μεταφραστικό δάνειο από τη γαλλική révisionniste, réviseur ή από τη ρωσική ? (revisionist) [1]

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

αναθεωρητής αρσενικό (θηλυκό αναθεωρήτρια)

Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Συνώνυμα[επεξεργασία]

Μεταφράσεις[επεξεργασία]

Αναφορές[επεξεργασία]