αναιμικός

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός
ονομαστική αναιμικός αναιμική αναιμικό
γενική αναιμικού αναιμικής αναιμικού
αιτιατική αναιμικό αναιμική αναιμικό
κλητική αναιμικέ αναιμική αναιμικό
πτώση πληθυντικός
ονομαστική αναιμικοί αναιμικές αναιμικά
γενική αναιμικών αναιμικών αναιμικών
αιτιατική αναιμικούς αναιμικές αναιμικά
κλητική αναιμικοί αναιμικές αναιμικά

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

αναιμικός < λόγιο ενδογενές δάνειο: γαλλική anémique < anémie < αναιμία < αν- + αίμα

Open book 01.svg Επίθετο[επεξεργασία]

αναιμικός -ή -ό αρσενικό

  1. που σχετίζεται με την αναιμία
  2. που πάσχει από αναιμία
  3. (μεταφορικά) ο αδύναμος
    συνώνυμα: άτονος, υποτονικός
  4. (μεταφορικά) ο αδύνατος
    συνώνυμα: καχεκτικός

Δείτε επίσης[επεξεργασία]

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]