αναισθητοποιώ

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

Ετυμολογία [επεξεργασία]

αναισθητοποιώ < αναίσθητος + ποιώ

Ρήμα[επεξεργασία]

αναισθητοποιώ

  1. χορηγώ σε άνθρωπο ή ζώο νόμιμες αναισθητικές ουσίες για να διεχαθεί οδυνηρή επέμβαση ή εξέταση
  2. ναρκώνω με οποιοδήποτε μέσο για να ληστέψω, να βιάσω ή γενικά να διεκπεραιώσω ανενόχλητος κάποια παράνομη πράξη
  3. προκαλώ με διάφορα μέσα την απευαισθητοποίηση, καθιστώ το άτομο συναισθηματικά αδιάφορο


Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Κλίση[επεξεργασία]

Μεταφράσεις[επεξεργασία]