ανακαινιζόμενος

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός
ονομαστική ανακαινιζόμενος ανακαινιζόμενη ανακαινιζόμενο
γενική ανακαινιζόμενου ανακαινιζόμενης ανακαινιζόμενου
αιτιατική ανακαινιζόμενο ανακαινιζόμενη ανακαινιζόμενο
κλητική ανακαινιζόμενε ανακαινιζόμενη ανακαινιζόμενο
πτώση πληθυντικός
ονομαστική ανακαινιζόμενοι ανακαινιζόμενες ανακαινιζόμενα
γενική ανακαινιζόμενων ανακαινιζόμενων ανακαινιζόμενων
αιτιατική ανακαινιζόμενους ανακαινιζόμενες ανακαινιζόμενα
κλητική ανακαινιζόμενοι ανακαινιζόμενες ανακαινιζόμενα


Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

ανακαινιζόμενος < μετοχή παθητικού ενεστώτα του ρήματος ανακαινίζομαι

Open book 01.svg Μετοχή[επεξεργασία]

ανακαινιζόμενος, -η, -ο

  • Αυτό το σπίτι ανακαινιζόμενο θα γίνει παλατάκι



Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]