ανακαλώ

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

ανακαλώ < αρχαία ελληνική ἀνακαλέω

Open book 01.svg Ρήμα[επεξεργασία]

ανακαλώ

  1. καλώ πίσω κάποιον που με αντιπροσωπεύει, τον αποσύρω από αντιπροσωπία, πρεσβεία κλπ
    Στη Μόσχα για διαβουλεύσεις ανακάλεσε τον πρέσβη της στην Ουκρανία η Ρωσία (Ναυτεμπορική, 23 Φεβρουαρίου 2014)
  2. παίρνω πίσω, αναιρώ απόφαση, εντολή, κατηγορία ή ύβρη
    οι ομοσπονδίες των εργαζομένων ζητούν απόν υπουργό να ανακαλέσει το νομοσχέδιο
    ο Πρόεδρος της Βουλής κάλεσε τον ομιλητή να ανακαλέσει (εννοείται: κάποιους υβριστικούς χαρακτηρισμούς)
  3. επαναφέρω στη μνήμη μου, θυμάμαι
  4. καλώ για έλεγχο ένα ελαττωματικό προϊόν
    ιαπωνική αυτοκινητοβιομηχανία αναγκάζεται να ανακαλέσει χιλιάδες αυτοκίνητα λόγω προβλήματος στον αερόσακο

Nuvola apps noatun.png Εκφράσεις[επεξεργασία]

  • ανακαλώ στην τάξη: ζητώ επίσημα από κάποιον που παρεκτρέπεται να σταματήσει να το κάνει αυτό, προκειμένου να αποκατασταθεί η τάξη και η ηρεμία

Plume ombre.png Κλίση[επεξεργασία]

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]