ανακατακτώ

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

Ετυμολογία [επεξεργασία]

ανακατακτώ < ανα- + κατακτώ ((μεταφραστικό δάνειο) γαλλική reconquérir)

Ρήμα[επεξεργασία]

ανακατακτώ

Κλίση[επεξεργασία]

Μεταφράσεις[επεξεργασία]