ανακατώνω

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

ανακατώνω < ανάκατος

Open book 01.svg Ρήμα[επεξεργασία]

ανακατώνω, παρατ.: ανακάτωνα, στιγμ. μέλλ.: θα ανακατώσω, αόρ.: ανακάτεψα , παθ.φωνή: ανακατώνομαι , μτχ.π.π.: ανακατωμένος

  1. άλλη μορφή του ανακατεύω

Plume ombre.png Κλίση[επεξεργασία]