ανακλαδισμένος

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός
ονομαστική ανακλαδισμένος ανακλαδισμένη ανακλαδισμένο
γενική ανακλαδισμένου ανακλαδισμένης ανακλαδισμένου
αιτιατική ανακλαδισμένο ανακλαδισμένη ανακλαδισμένο
κλητική ανακλαδισμένε ανακλαδισμένη ανακλαδισμένο
πτώση πληθυντικός
ονομαστική ανακλαδισμένοι ανακλαδισμένες ανακλαδισμένα
γενική ανακλαδισμένων ανακλαδισμένων ανακλαδισμένων
αιτιατική ανακλαδισμένους ανακλαδισμένες ανακλαδισμένα
κλητική ανακλαδισμένοι ανακλαδισμένες ανακλαδισμένα

Open book 01.svg Μετοχή[επεξεργασία]

ανακλαδισμένος, -η, -ο

  • μετοχή παθητικού παρακειμένου του ρήματος ανακλαδίζω




Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]