ανακουφιστικός

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός
ονομαστική ανακουφιστικός ανακουφιστική ανακουφιστικό
γενική ανακουφιστικού ανακουφιστικής ανακουφιστικού
αιτιατική ανακουφιστικό ανακουφιστική ανακουφιστικό
κλητική ανακουφιστικέ ανακουφιστική ανακουφιστικό
πτώση πληθυντικός
ονομαστική ανακουφιστικοί ανακουφιστικές ανακουφιστικά
γενική ανακουφιστικών ανακουφιστικών ανακουφιστικών
αιτιατική ανακουφιστικούς ανακουφιστικές ανακουφιστικά
κλητική ανακουφιστικοί ανακουφιστικές ανακουφιστικά

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

ανακουφιστικός < ανακουφίζω + -τικός

Open book 01.svg Επίθετο[επεξεργασία]

ανακουφιστικός, -ή, -ό

  1. που παρέχει ή προκαλεί ανακούφιση
  2. (αρχιτεκτονική) που συμβάλλει στη σωστή κατανομή των βαρών μιας κατασκευής και την ενισχύει
    Το γεφύρι αποτελείται από τέσσερις μεγάλες καμάρες και τρεις μικρότερες. Οι καμάρες έχουν διαφορετικές μεταξύ τους διαμέτρους, που του προσδίδουν μια γοητευτική ασυμμετρία. Οι καμάρες στηρίζονται πάνω σε ποδαρικά. Πάνω από τα ποδαρικά υπάρχουν μικρά τοξωτά ανοίγματα στους τοίχους, που ελαφρύνουν το βάρος του γεφυριού και λειτουργούν ως ανακουφιστικές οπές, που επιτρέπουν τη διέλευση από μέσα τους μεγάλης ποσότητας νερού, σε περίπτωση υπερεκχείλισης του ποταμού. (*)

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]