ανακρίτρια
Εμφάνιση
Νέα ελληνικά (el)
[επεξεργασία]
Ετυμολογία
[επεξεργασία]
Ουσιαστικό
[επεξεργασία]ανακρίτρια θηλυκό
- → δείτε τη λέξη ανακριτής
Μεταφράσεις
[επεξεργασία] ανακρίτρια
|
|
ανακρίτρια θηλυκό
|
|