Μετάβαση στο περιεχόμενο

ανακυκλώτρια

Από Βικιλεξικό

Νέα ελληνικά (el)

[επεξεργασία]
 πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική η ανακυκλώτρια οι ανακυκλώτριες
      γενική της ανακυκλώτριας των ανακυκλωτριών
    αιτιατική την ανακυκλώτρια τις ανακυκλώτριες
     κλητική ανακυκλώτρια ανακυκλώτριες
Κατηγορία όπως «θάλασσα» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
ανακυκλώτρια < ανακυκλωτής + κατάληξη θηλυκού -τρια

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

ανακυκλώτρια θηλυκό (αρσενικό ανακυκλωτής)

  • (οικολογία, σπάνιο) κάποια που ανακυκλώνει
      Στις 13 Μαρτίου και από τις 6 μ.μ. το απόγευμα το Γαλλικό Ινστιτούτο θα αποτελέσει το κέντρο μιας πολύπλευρης δράσης με στόχο την ανάδειξη της βιώσιμης μόδας ως παράγοντα προστασίας του περιβάλλοντος. Δεν είναι ίσως ευρέως γνωστό ότι η μόδα αποτελεί τον 4ο ρυπογόνο παράγοντα στο περιβάλλον. Τα θέματα της ημερίδας που θα αναπτυχθούν είναι: (…) «Η Αναβαθμιστική Ανακύκλωση στον Σχεδιασμό Προϊόντων», με ομιλήτρια την κ. (…), αρχιτέκτονα, μηχανικό, ανακυκλώτρια. (www.eleftheria.gr, 11.03.2024)

Μεταφράσεις

[επεξεργασία]