ανακόλουθος

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]


πτώση ενικός
ονομαστική ανακόλουθος ανακόλουθη ανακόλουθο
γενική ανακόλουθου ανακόλουθης ανακόλουθου
αιτιατική ανακόλουθο ανακόλουθη ανακόλουθο
κλητική ανακόλουθε ανακόλουθη ανακόλουθο
πτώση πληθυντικός
ονομαστική ανακόλουθοι ανακόλουθες ανακόλουθα
γενική ανακόλουθων ανακόλουθων ανακόλουθων
αιτιατική ανακόλουθους ανακόλουθες ανακόλουθα
κλητική ανακόλουθοι ανακόλουθες ανακόλουθα

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

ανακόλουθος < ελληνιστική κοινή ἀνακόλουθος

Open book 01.svg Επίθετο[επεξεργασία]

ανακόλουθος

  1. που δεν έχει ειρμό, συνέπεια, ευγενικός χαρακτηρισμός του ασυνάρτητου ή εκείνου που φάσκει και αντιφάσκει, που τα επιχειρήματά του δεν είναι και πολύ στέρεα προκειμένου να δικαιολογήσει μια αντιφατική του δήλωση
    Αφού θέλεις να πάμε στο νησί 10 μέρες, επειδή μας χρειάζονται διακοπές, πώς λες να χαλάσουμε τα χρήματα των διακοπών για καινούργια ντουλάπια; Γίνεσαι ανακόλουθη
  2. ανακόλουθο σχήμα στον προφορικό λόγο ή στη γραφή είναι εκείνο που δεν ακολουθεί αυστηρά τους συντακτικούς κανόνες και που μπορεί όμως να εκφράζει το ύφος του συγγραφέα


32πχ Μεταφράσεις[επεξεργασία]