αναλαμπή

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]


πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική αναλαμπή αναλαμπές
γενική αναλαμπής αναλαμπών
αιτιατική αναλαμπή αναλαμπές
κλητική αναλαμπή αναλαμπές

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

αναλαμπή < αναλάμπω

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

αναλαμπή θηλυκό

  1. ξαφνική λάμψη μέσα στο σκοτάδι, απρόσμενο λαμποκόπημα, φεγγοβολή
  2. ξαφνική και απρόσμενη βελτίωση (υγείας, μνήμης)
    Χάρηκα που μου μίλησε για ένα λεπτό λογικά, είπα "Αχ! Θα γίνει καλά! Θα της περάσει η άνοια κι ας λένε οι γιατροί πως αποκλείεται", αλλά αυτό δεν έγινε βέβαια, ήταν απλά η τελευταία αναλαμπή

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]