αναλογώ

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]


Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

αναλογώ < αρχαία ελληνική ἀναλογῶ < ἀνάλογος

Open book 01.svg Ρήμα[επεξεργασία]

αναλογώ (το α΄ πρόσωπο αδόκιμο)

  1. αξίζει, αντιστοιχεί ανάλογα με κάποιο παράγοντα, είναι ανάλογο,
    Τι μερίδιο μου αναλογεί από την κληρονομιά; (πόσο δικαιούμαι;)
    Το χαρτζιλίκι που σου αναλογεί δεν μπορεί να είναι διπλάσιο από του αδελφού σου


Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]


Plume ombre.png Κλίση[επεξεργασία]


Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]