αναλυτής

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]


πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική αναλυτής αναλυτές
γενική αναλυτή αναλυτών
αιτιατική αναλυτή αναλυτές
κλητική αναλυτή αναλυτές

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

αναλυτής < αναλύω για να αποδοθεί το γαλλικό analyseur

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

αναλυτής αρσενικό και αναλύτρια θηλυκό

  1. ο ικανός ή κατάλληλος να αναλύσει ένα ειδικό θέμα
    αναλυτής δημοσκοπήσεων
    στρατηγικός αναλυτής
    οικονομικός αναλυτής
    πολιτικός αναλυτής
    αναλυτής της CIA
  2. μηχάνημα που αναλύει δεδομένα
    αναλυτής καυσαερίων
    αναλυτής φάσματος
    αναλυτής ούρων

Nuvola apps noatun.png Σύνθετα[επεξεργασία]

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]

Open book 01.svg Κλιτή μορφή επιθέτου[επεξεργασία]

αναλυτής