αναλώσιμα

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

αναλώσιμα < ουσιαστικοποιημένο ουδέτερο του επιθέτου αναλώσιμος

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

αναλώσιμα ουδέτερο, μόνο στον πληθυντικό

  1. αυτά που περιλαμβάνονται στον προϋπολογισμό εξόδων μιας επιχείρησης ως υλικά αναγκαία για συγκεκριμένες χρήσεις, τα οποία όμως ξοδεύονται και δεν αποτελουν κεφάλαιο
    αναλώσιμα υπολογιστών
    βάλτε στα αναλώσιμα και τα χαρτικά όπως και τα χαρτιά υγείας

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]

Open book 01.svg Κλιτικός τύπος επιθέτου[επεξεργασία]

αναλώσιμα

  1. ουδέτερο του αναλώσιμος, στην ονομαστική, την αιτιατική και την κλητική του πληθυντικού