αναμάσημα

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική αναμάσημα αναμασήματα
γενική αναμασήματος αναμασημάτων
αιτιατική αναμάσημα αναμασήματα
κλητική αναμάσημα αναμασήματα

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

αναμάσημα < αναμασώ

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

αναμάσημα ουδέτερο

  1. ξαναμάσημα, μηρυκασμός
    Το αναμάσημα της τροφής
  2. (μεταφορικά) το να λέει κάποιος τα ίδια και τα ίδια, να λέει τα ίδια με άλλα λόγια, να λέει τα ίδια λόγια, ουσιαστικά να επαναλαμβάνεται ακόμα κι αν χρησιμοποιεί άλλες λέξεις (συνήθης χρήση)
    Στα τηλεοπτικά "παράθυρα" παρατηρείται ένα αναμάσημα και ταυτόσημων ειδήσεων αλλά και ταυτόσημου χειρισμού τους, ταυτόσημης πολιτικής


32πχ Μεταφράσεις[επεξεργασία]