αναμένομαι

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

Ετυμολογία [επεξεργασία]

αναμένομαι, παθητική φωνή του αναμένω

Ρήμα[επεξεργασία]

αναμένομαι, (χωρίς συνοπτικούς χρόνους)

Κλίση[επεξεργασία]

πρόσωπα Ενεστώτας Παρατατικός Εξ. Μέλλ. Υποτακτική Προστακτική Μετοχή
α' ενικ. αναμένομαι αναμενόμουν(α) θα αναμένομαι να αναμένομαι αναμενόμενος
β' ενικ. αναμένεσαι αναμενόσουν(α) θα αναμένεσαι να αναμένεσαι αναμένου
γ' ενικ. αναμένεται αναμενόταν(ε) θα αναμένεται να αναμένεται
α' πληθ. αναμενόμαστε αναμενόμαστε
αναμενόμασταν
θα αναμενόμαστε να αναμενόμαστε
β' πληθ. αναμένεστε αναμενόσαστε
αναμενόσασταν
θα αναμένεστε να αναμένεστε αναμένεστε
γ' πληθ. αναμένονται αναμένονταν
αναμενόντουσαν
θα αναμένονται να αναμένονται

Μεταφράσεις[επεξεργασία]