αναμειγνύω

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]


Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

αναμειγνύω < αρχαία ελληνική ἀναμείγνυμι

Open book 01.svg Ρήμα[επεξεργασία]

αναμειγνύω (παθητικό: αναμειγνύομαι)

  1. ανακατεύω υλικά στοιχεία (πχ διαφορετικά υγρά)
    Πρέπει να τα αναμείξεις καλά - Πρέπει να αναμειχθούν καλά
  2. ανακατεύω κάποιον ή σε μια δυσάρεστη υπόθεση ή σε μια υπόθεση στην οποία δεν είχε φυσική θέση και αυτό προκαλεί με τη σειρά του δυσάρεστα επακόλουθα
    Γιατί ανέμειξες τη μητέρα σου στα προσωπικά μας;
    Ο συμμαθητής του δυστυχώς τον ανέμειξε σε μια υπόθεση με κλεμμμένα μηχανάκια
    Οι ΗΠΑ αναμειγνύονται διαρκώς στο μεσανατολικό

Blue Glass Arrow.svg Γράφεται επίσης [επεξεργασία]

Plume ombre.png Κλίση[επεξεργασία]

  • είναι δόκιμοι και οι τύποι με την αύξηση, ανεμείγνυα, ανέμειξα και λιγότερο οι της παθητικής φωνής ανεμειγνυόμουν, ανεμείχθην

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]