αναμεμειγμένος

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός
ονομαστική αναμεμειγμένος αναμεμειγμένη αναμεμειγμένο
γενική αναμεμειγμένου αναμεμειγμένης αναμεμειγμένου
αιτιατική αναμεμειγμένο αναμεμειγμένη αναμεμειγμένο
κλητική αναμεμειγμένε αναμεμειγμένη αναμεμειγμένο
πτώση πληθυντικός
ονομαστική αναμεμειγμένοι αναμεμειγμένες αναμεμειγμένα
γενική αναμεμειγμένων αναμεμειγμένων αναμεμειγμένων
αιτιατική αναμεμειγμένους αναμεμειγμένες αναμεμειγμένα
κλητική αναμεμειγμένοι αναμεμειγμένες αναμεμειγμένα

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

αναμεμειγμένος < μετοχή παθητικού παρακειμένου του ρήματος αναμιγνύω και αναμειγνύω

Open book 01.svg Μετοχή[επεξεργασία]

αναμεμειγμένος, -η, -ο

  • Ο κατηγορούμενος φέρεται αναμεμειγμένος σε υπόθεση αρχαιοκαπηλίας
  • Η σύζυγος του υπουργού ήταν αναμεμειγμένη σε σκάνδαλο
  • αναμεμειγμένα κονιάματα/υλικά, ιστορικά στοιχεία αναμεμειγμένα με μυθικά
  • αναμεμειγμένες ουσίες

Εναλλακτικές μορφές[επεξεργασία]

Συνώνυμα[επεξεργασία]

Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]