αναμεμειγμένου

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

Open book 01.svg Κλιτικός τύπος μετοχής[επεξεργασία]

αναμεμειγμένου

  1. αναμεμειγμένος, στη γενική του ενικού
  2. αναμεμειγμένο, στη γενική του ενικού