αναμεταδότης

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική αναμεταδότης αναμεταδότες
γενική αναμεταδότη αναμεταδοτών
αιτιατική αναμεταδότη αναμεταδότες
κλητική αναμεταδότη αναμεταδότες

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

αναμεταδότης < αναμεταδίδω + -της ((μεταφραστικό δάνειο) γαλλική retransmetteur)

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

αναμεταδότης αρσενικό

  1. συσκευή ή μηχανισμός που αναμεταδίδει σήμα, δηλαδή το δέχεται και το μεταδίδει σε άλλο δέκτη

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]