αναμορφωτικός

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]


πτώση ενικός
ονομαστική αναμορφωτικός αναμορφωτική αναμορφωτικό
γενική αναμορφωτικού αναμορφωτικής αναμορφωτικού
αιτιατική αναμορφωτικό αναμορφωτική αναμορφωτικό
κλητική αναμορφωτικέ αναμορφωτική αναμορφωτικό
πτώση πληθυντικός
ονομαστική αναμορφωτικοί αναμορφωτικές αναμορφωτικά
γενική αναμορφωτικών αναμορφωτικών αναμορφωτικών
αιτιατική αναμορφωτικούς αναμορφωτικές αναμορφωτικά
κλητική αναμορφωτικοί αναμορφωτικές αναμορφωτικά

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

αναμορφωτικός < αναμορφώνω

Open book 01.svg Επίθετο[επεξεργασία]

αναμορφωτικός

  1. (για άνθρωπο) που αναμορφώνει, μεταρρυθμίζει, που έχει την τάση να αλλάζει τα πράγματα και που συχνά κάνει τις σκέψεις του και πράξη, υλοποιώντας την αναμόρφωση που είχε κατά νου
  2. που έχει την ιδιότητα να αναμορφώνει
    αναμορφωτικά προγράμματα


Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]