ανανέωση

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

{el-κλίσ-'λύση'}}

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

ανανέωση < αρχαία ελληνική ἀνανέωσις

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

ανανέωση θηλυκό (ο πληθυντικός δόκιμος μόνον για υλικά)

  1. το ξανάνιωμα, η νέα ζωντάνια
    Ο αέρας του βουνού σε ανανεώνει
  2. η επιβεβαίωση μιας υπόσχεσης εκ νέου, σε συμπεφωνημένα τακτά χρονικά διαστήματα, η παράταση
    Δεν κάναμε ακόμα ανανέωση στο συμβόλαιο του σπιτιού
    Το διαβατήριο/η άδεια οδηγησης/το συμβόλαιο της ασφαλιστικής χρειάζεται ανανέωση
  3. αντικατάσταση του παλιού με ένα νέο, φρέσκο, καινούργιο, μοντέρνο
    Ανοιξε τα παράθυρα γιατί ο αέρας εδώ μέσα χρειάζεται και λίγη ανανέωση με τόσα τσιγάρα που καπνίζουμε
    Το σαλόνι χρειάζεται ανανέωση. Μόλις βρούμε λεφτά να βάλουμε ένα πιο μοντέρνο καναπέ, να πάρουμε άλλο χαλί και να πετάξουμε επιτέλους τον πίνακα που νόμιζες στα νιάτα μας ότι ήταν ευκαιρία στο Μοναστηράκι
    Η Βουλή χρειάζεται ανανέωση, μπας και μας σώσουν οι νέοι, αν μάλλον κι αυτούς σαν τα μούτρα μας τους κάναμε


Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]