αναντίρρητος

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός
ονομαστική αναντίρρητος αναντίρρητη αναντίρρητο
γενική αναντίρρητου αναντίρρητης αναντίρρητου
αιτιατική αναντίρρητο αναντίρρητη αναντίρρητο
κλητική αναντίρρητε αναντίρρητη αναντίρρητο
πτώση πληθυντικός
ονομαστική αναντίρρητοι αναντίρρητες αναντίρρητα
γενική αναντίρρητων αναντίρρητων αναντίρρητων
αιτιατική αναντίρρητους αναντίρρητες αναντίρρητα
κλητική αναντίρρητοι αναντίρρητες αναντίρρητα

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

αναντίρρητος < → Η ετυμολογία λείπει.

Nuvola apps edu languages.png Προφορά[επεξεργασία]

ΔΦΑ : /a.nan.ˈdi.ɾi.tɔs/

Open book 01.svg Επίθετο[επεξεργασία]

αναντίρρητος -η -ο

  1. σχετικά με τον οποίο δεν μπορείς να φέρεις αντίρρηση, αναμφισβήτητος, αδιαφιλονίκητος

Books-aj.svg aj ashton 01g.png Αντώνυμα[επεξεργασία]


32πχ Μεταφράσεις[επεξεργασία]