αναντικατάστατος

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός
ονομαστική αναντικατάστατος αναντικατάστατη αναντικατάστατο
γενική αναντικατάστατου αναντικατάστατης αναντικατάστατου
αιτιατική αναντικατάστατο αναντικατάστατη αναντικατάστατο
κλητική αναντικατάστατε αναντικατάστατη αναντικατάστατο
πτώση πληθυντικός
ονομαστική αναντικατάστατοι αναντικατάστατες αναντικατάστατα
γενική αναντικατάστατων αναντικατάστατων αναντικατάστατων
αιτιατική αναντικατάστατους αναντικατάστατες αναντικατάστατα
κλητική αναντικατάστατοι αναντικατάστατες αναντικατάστατα

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

αναντικατάστατος < αν- + αντικαθιστώ + -τός

Open book 01.svg Επίθετο[επεξεργασία]

αναντικατάστατος, -η, -ο

  1. (για πράγματα) που δεν μπορεί να αντικατασταθεί
    Books-aj.svg aj ashton 01.svg συνώνυμα: μοναδικός
    Books-aj.svg aj ashton 01g.png αντώνυμα: αντικαταστατός
  2. (για πρόσωπα) που δεν μπορεί να αντικατασταθεί από κάποιον που έχει την ίδια αξία
    Books-aj.svg aj ashton 01.svg συνώνυμα: ανεκτίμητος, απαραίτητος, ασύγκριτος, εξαιρετικός, μοναδικός
    Books-aj.svg aj ashton 01g.png αντώνυμα: αντικαταστατός

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]