αναπέμπω

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

αναπέμπω < ελληνιστική κοινή ἀναπέμπω < αρχαία ελληνική ἀνά + πέμπω

Open book 01.svg Ρήμα[επεξεργασία]

αναπέμπω

  1. εκπέμπω προς τα επάνω
  2. εκστομίζω
  3. (θρησκεία) προσεύχομαι, δέομαι
  4. (νομικός όρος) αρνούμαι να επικυρώσω μια απόφαση, ένα νομοσχέδιο κ.λπ., και το επιστρέφω για αναθεώρηση και βελτίωση

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Plume ombre.png Κλίση[επεξεργασία]

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]