αναπαλλοτρίωτος

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]


Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

αναπαλλοτρίωτος < μεταγενέστερη ελληνική ἀναπαλλοτρίωτος

Open book 01.svg Επίθετο[επεξεργασία]

αναπαλλοτρίωτος

  1. που δεν μπορεί το κράτος να πάρει για δημόσια χρήση από κάποιον χωρίς τη συμφωνία του, ακόμα κι αν του προσφέρει κατάλληλη αποζημίωση, που δεν μπορεί να απαλλοτριωθεί
  2. που δεν μπορεί να αφαιρεθεί από κάποιον (κυρίως για θεμέλιο δικαίωμα)


Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]