αναπαμός

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]


πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική αναπαμός αναπαμοί
γενική αναπαμού αναπαμών
αιτιατική αναπαμό αναπαμούς
κλητική αναπαμέ αναπαμοί

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

αναπαμός < ανά (πλήρως, παντού) + παύω + κατάληξη -μος

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

αναπαμός αρσενικό

  1. Η ανάπαυση, η ξεκούραση, το γαλήνεμα φυσικών στοιχείων ή ανθρώπων, η ηρεμία, η ανάπαυλα, ιδιωματικά έγεται και αναπαημός
  2. Αυτό το παιδί αναπαμό δεν έχει! (δεν ησυχάζει ούτε αφήνει τους άλλους να ησυχάσουν)
  3. Πολύ δραστήριος άνθρωπος, δεν έχει αναπαμό! (δεν παίρνει ανάσα από την πολλή δουλειά)
  4. Η θάλασσα στο Κάβο Ντόρο αναπαμό δεν έχει (δεν γαληνεύει ποτέ)


Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]