αναπαριστώ
Εμφάνιση
Νέα ελληνικά (el)
[επεξεργασία]
Ετυμολογία
[επεξεργασία]- αναπαριστώ < ἀναπαριστῶ και ἀναπαριστάνω, η πρώτη λόγια λέξη της καθαρεύουσας από την ἀνά και το παρίστημι για να αποδώσει το γαλλικό représenter, η δεύτερη πάλι λόγια λέξη από το ἀνά και τη μεσαιωνική ελληνική παριστάνω και παρασταίνω ( < παρίστημι)
Ρήμα
[επεξεργασία]αναπαριστώ , πρτ.: αναπαριστούσα, στ.μέλλ.: θα αναπαραστήσω, αόρ.: αναπαρέστησα, παθ.φωνή: αναπαριστώμαιμτχ αναπαριστώντας
- αναπαράγω, απεικονίζω πιστά κάτι
- Δεν αναπαριστά σωστά τα χαρακτηριστικά του προσώπου
- Τα χαρακτηριστικά δεν αναπαριστώνται πιστά
- Αναπαριστά σε μακέτα την πλατεία Συντάγματος όπως ήταν στις αρχές του περασμένου αιώνα
- Η πλατεία αναπαρίσταται θαυμάσια στη μακέτα
- Αναπαρέστησαν τη σκηνή του εγκλήματος και διαπίστωσαν ότι ο φερόμενος ως αυτόπτης μάρτυρας δεν μπορούσε να έχει οπτική επαφή με το σημείο
Ταυτόσημα
[επεξεργασία]