αναπαυμένος

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός
ονομαστική αναπαυμένος αναπαυμένη αναπαυμένο
γενική αναπαυμένου αναπαυμένης αναπαυμένου
αιτιατική αναπαυμένο αναπαυμένη αναπαυμένο
κλητική αναπαυμένε αναπαυμένη αναπαυμένο
πτώση πληθυντικός
ονομαστική αναπαυμένοι αναπαυμένες αναπαυμένα
γενική αναπαυμένων αναπαυμένων αναπαυμένων
αιτιατική αναπαυμένους αναπαυμένες αναπαυμένα
κλητική αναπαυμένοι αναπαυμένες αναπαυμένα


Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

αναπαυμένος < μετοχή παθητικού παρακειμένου του ρήματος αναπαύω

Open book 01.svg Μετοχή[επεξεργασία]

αναπαυμένος, -η, -ο

δείτε τη λέξη: αναπαύω


32πχ Μεταφράσεις[επεξεργασία]