αναπαύομαι

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

αναπαύομαι < παθητική φωνή του ρήματος αναπαύω < ανά + παύω

Open book 01.svg Ρήμα[επεξεργασία]

αναπαύομαι

  1. ξεκουράζομαι ή κοιμάμαι για μεσημέρι, την ώρα της μεσημεριανής ανάπαυσης ή τη νύχτα
    "Δεν μπορεί να σας μιλήσει τώρα, αναπαύεται"
  2. (μεταφορικά) για τον θάνατο, την ξεκούραση από τα βάρη της ζωής
    "Εἰς τὴν κατάπαυσίν σου, Κύριε, ὅπου πάντες οἱ Ἅγιοί σου ἀναπαύονται, ἀνάπαυσον καὶ τὴν ψυχὴν τοῦ δούλου σου"
  3. (ειρωνικά) για παραμέληση υποχρεώσεων
    Μπα! Αναπαύεσαι βλέπω! Και ποιος θα κατεβάσει τα σκουπίδια;
  4. στηρίζομαι σε κάποιον
    Μην αναπαύεσαι επάνω του, δεν έχει μπέσα (μην επαναπαύεσαι)

Εκφράσεις[επεξεργασία]

  • αναπαύομαι στις δάφνες μου: επαναπαύομαι στις προηγούμενες επιτυχίες μου και δεν προχωρώ σε νέες ενέργειες

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Nuvola apps noatun.png Σύνθετα[επεξεργασία]

Plume ombre.png Κλίση[επεξεργασία]

32πχ Μεταφράσεις[επεξεργασία]