αναπληρώνω

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) []

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία []

αναπληρώνω < → Η ετυμολογία λείπει.

Open book 01.svg Ρήμα[]

αναπληρώνω

  1. αντικαθιστώ κάποιον και εκτελώ τις λειτουργίες που, για κάποιον προσωρινό ή μόνιμο λόγο, δεν είναι σε κατάσταση να εκπληρώσει μόνος του

Plume ombre.png Κλίση[]


32πχ Μεταφράσεις[]