αναπνευστικός
Εμφάνιση
Νέα ελληνικά (el)
[επεξεργασία]
Ετυμολογία
[επεξεργασία]- αναπνευστικός < → λείπει η ετυμολογία
Επίθετο
[επεξεργασία]αναπνευστικός, -ή, -ό
- σχετικός με την αναπνοή
Μεταφράσεις
[επεξεργασία] αναπνευστικός