αναποδιάρης
Εμφάνιση
Νέα ελληνικά (el)
[επεξεργασία]| ↓ πτώσεις | ενικός | |||||
|---|---|---|---|---|---|---|
| γένη → | αρσενικό | θηλυκό | ουδέτερο | |||
| ονομαστική | ο | αναποδιάρης | η | αναποδιάρα | το | αναποδιάρικο |
| γενική | του | αναποδιάρη | της | αναποδιάρας | του | αναποδιάρικου |
| αιτιατική | τον | αναποδιάρη | την | αναποδιάρα | το | αναποδιάρικο |
| κλητική | αναποδιάρη | αναποδιάρα | αναποδιάρικο | |||
| ↓ πτώσεις | πληθυντικός | |||||
| γένη → | αρσενικό | θηλυκό | ουδέτερο | |||
| ονομαστική | οι | αναποδιάρηδες | οι | αναποδιάρες | τα | αναποδιάρικα |
| γενική | των | αναποδιάρηδων | — | των | αναποδιάρικων | |
| αιτιατική | τους | αναποδιάρηδες | τις | αναποδιάρες | τα | αναποδιάρικα |
| κλητική | αναποδιάρηδες | αναποδιάρες | αναποδιάρικα | |||
| To ουδέτερο, από τα επίθετα σε -ικος. Το αρσενικό και το θηλυκό, και ως ουσιαστικά. | ||||||
| Κατηγορία όπως «ζηλιάρης» - Παράρτημα:Επίθετα & Μετοχές | ||||||
Ετυμολογία
[επεξεργασία]- αναποδιάρης < αναποδ(ιά) ή ανάποδ(ος) + -ιάρης
- Και ουσιαστικοποιημένο
Προφορά
[επεξεργασία]- ΔΦΑ : /a.na.poˈðʝa.ɾis/
- τυπογραφικός συλλαβισμός : α‐να‐πο‐διά‐ρης
Επίθετο
[επεξεργασία]αναποδιάρης, -α, -ικο
- (οικείο) γρουσούζης, ανάποδος άνθρωπος, κακότροπος
- ※ Τι ως τώρα εσύ στρεβλός κι' αναποδιάρης δεν είσουν· (⌘ Ὅμηρος, Ἰλιάς, 23 (Ψ. Ἆθλα ἐπὶ Πατρόκλῳ.), στίχ. 603 απόδοση Αλέξανδρου Πάλλη)
Συγγενικά
[επεξεργασία]
Ουσιαστικό
[επεξεργασία]αναποδιάρης αρσενικό (θηλυκό αναποδιάρα)
- (οικείο) αυτός που είναι αναποδιάρης
Μεταφράσεις
[επεξεργασία] αναποδιάρης
Πηγές
[επεξεργασία]- αναποδιάρης - Λεξικό της Κοινής Νεοελληνικής (1998) του Ιδρύματος Μανόλη Τριανταφυλλίδη (συντομογραφίες-σύμβολα. Ετυμολογίες: Ευάγγελος Πετρούνιας). Η Πύλη για την ελληνική γλώσσα, Κέντρο Ελληνικής Γλώσσας
- αναποδιάρης - Δημήτριος Γεωργακάς. A Modern Greek-English Dictionary [Ελληνοαγγλικό λεξικό] (μόνο το γράμμα α) - Κέντρο Ελληνικής Γλώσσας
Κατηγορίες:
- Επίθετα που κλίνονται όπως το 'ζηλιάρης' (νέα ελληνικά)
- Λέξεις με επίθημα -ιάρης (νέα ελληνικά)
- Λήμματα με προφορά ΔΦΑ (νέα ελληνικά)
- Νέα ελληνικά
- Επίθετα (νέα ελληνικά)
- Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά)
- Οικείοι όροι (νέα ελληνικά)
- Λήμματα με παραθέματα μεταφράσεων από τον Όμηρο (νέα ελληνικά)
- Λήμματα με παραθέματα (νέα ελληνικά)
- Λήμματα με παραθέματα από την Ιλιάδα (αρχαία ελληνικά)
- Λήμματα με παραθέματα (αρχαία ελληνικά)
- Ουσιαστικά (νέα ελληνικά)
- Αντίστροφο λεξικό (ελληνικά)