αναπολιτισμός

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική αναπολιτισμός αναπολιτισμοί
γενική αναπολιτισμού αναπολιτισμών
αιτιατική αναπολιτισμό αναπολιτισμούς
κλητική αναπολιτισμέ αναπολιτισμοί

επισήμως δεν έχει πληθυντικό, δημωδώς όταν περιγραφεί αριθμό εκδηλώσεων του φαινομένου

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

ο αναπολιτισμός (el) αρσενικό και η αναπολίτιση (el) θηλυκό

  • (κοινωνική ανθρωπολογία) πολιτισμική αφομοίωση-ενσωμάτωση, το αποτέλεσμα του να αλλοεθίζω πολιτισμικά του να αναπολιτίζω

Nuvola filesystems services.svg Σημειώσεις[επεξεργασία]

  • ο όρος εκπολιτισμός θεωρείται εσφαλμένος όταν αφορά αναπολιτισμό
  • επιπολιτισμός: προσθέτω πολιτιστικά έθη (οι χωρικοί χριστιανοί του Περού έχουν ανιμιστικά έθη και γλώσσα)
  • αναπολιτισμός: διαγράφω τα προϋπάρχοντα πολιτιστικά έθη και προσθέτω νέα (οι περισσότεροι μαύροι σκλάβοι των ΗΠΑ, έχασαν την παράδοσή τους δημιουργώντας κρεόλ)

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]