αναπροσαρμογή

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]


πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική αναπροσαρμογή αναπροσαρμογές
γενική αναπροσαρμογής αναπροσαρμογών
αιτιατική αναπροσαρμογή αναπροσαρμογές
κλητική αναπροσαρμογή αναπροσαρμογές

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

αναπροσαρμογή < αναπροσαρμόζω

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

αναπροσαρμογή θηλυκό (δόκιμος ο ενικός)

  1. η εκ νέου προσαρμογή σε νέες συνθήκες (ανθρώπου, φυτού, θεσμών, τιμαρίθμου κ.λπ.)

Δείτε επίσης[επεξεργασία]

Συνώνυμα[επεξεργασία]

Αναδιοργάνωση

Αντώνυμα[επεξεργασία]

Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Σύνθετα[επεξεργασία]

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]