αναπτήρων

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

Κλιτικός τύπος ουσιαστικού[επεξεργασία]

αναπτήρων αρσενικό

  1. αναπτήρας, στη γενική του πληθυντικού