αναπτυγμένος

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός
ονομαστική αναπτυγμένος αναπτυγμένη αναπτυγμένο
γενική αναπτυγμένου αναπτυγμένης αναπτυγμένου
αιτιατική αναπτυγμένο αναπτυγμένη αναπτυγμένο
κλητική αναπτυγμένε αναπτυγμένη αναπτυγμένο
πτώση πληθυντικός
ονομαστική αναπτυγμένοι αναπτυγμένες αναπτυγμένα
γενική αναπτυγμένων αναπτυγμένων αναπτυγμένων
αιτιατική αναπτυγμένους αναπτυγμένες αναπτυγμένα
κλητική αναπτυγμένοι αναπτυγμένες αναπτυγμένα


Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

αναπτυγμένος < μετοχή παθητικού παρακειμένου του ρήματος αναπτύσσω

Open book 01.svg Μετοχή[επεξεργασία]

αναπτυγμένος, -η, -ο

δείτε τη λέξη: ανεπτυγμένος