αναπυρώνω

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

αναπυρώνω < καθαρεύουσα ἀναπυρώνω < αρχαία ελληνική ἀναπυρόω / ἀναπυρῶ

Open book 01.svg Ρήμα[επεξεργασία]

αναπυρώνω (παθητικό: αναπυρώνομαι)

  1. κάνω κάτι για να ανάψει ξανά μια φωτιά που είχε σβήσει ή για να ξαναγίνουν έντονες οι φλόγες της αν έχει μισοσβήσει
  2. ξαναφέρνω στην επιφάνεια κάτι που είχε ξεχαστεί, όχι αναγκαστικά δυσάρεστο
  3. ανακινώ ένα δυσάρεστο θέμα που κάποιοι θα ήθελαν πια να ξεχαστεί

Books-aj.svg aj ashton 01.svg Συνώνυμα[επεξεργασία]

Nuvola filesystems services.svg Σημειώσεις[επεξεργασία]

  • το ρήμα πλέον χρησιμοποιείται σπάνια, γιατί προτιμάται το αναζωπυρώνω

Plume ombre.png Κλίση[επεξεργασία]

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]