αναρμάτωτος

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός
ονομαστική αναρμάτωτος αναρμάτωτη αναρμάτωτο
γενική αναρμάτωτου αναρμάτωτης αναρμάτωτου
αιτιατική αναρμάτωτο αναρμάτωτη αναρμάτωτο
κλητική αναρμάτωτε αναρμάτωτη αναρμάτωτο
πτώση πληθυντικός
ονομαστική αναρμάτωτοι αναρμάτωτες αναρμάτωτα
γενική αναρμάτωτων αναρμάτωτων αναρμάτωτων
αιτιατική αναρμάτωτους αναρμάτωτες αναρμάτωτα
κλητική αναρμάτωτοι αναρμάτωτες αναρμάτωτα

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

αναρμάτωτος < μεσαιωνική ελληνική αναρμάτωτος < αρματώνω < άρμα < λατινική arma < ινδοευρωπαϊκή (ρίζα) *h₂(e)rmos < *h₂er- ‎(ἀραρίσκω)

Open book 01.svg Επίθετο[επεξεργασία]

αναρμάτωτος, -η, -ο

  1. που δεν έχει αρματωθεί
  2. (ναυτικός όρος) που δεν έχει αρματωθεί

Books-aj.svg aj ashton 01g.png Αντώνυμα[επεξεργασία]

Books-aj.svg aj ashton 01.svg Συνώνυμα[επεξεργασία]

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]