αναρρίχηση

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική αναρρίχηση αναρριχήσεις
γενική αναρρίχησης
& αναρριχήσεως
αναρριχήσεων
αιτιατική αναρρίχηση αναρριχήσεις
κλητική αναρρίχηση αναρριχήσεις

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

αναρρίχηση < αναρριχώμαι

Nuvola apps edu languages.png Προφορά[επεξεργασία]

ΔΦΑ : /a.na.ˈɾi.çi.si/

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

αναρρίχηση θηλυκό

  1. το να σκαρφαλώνει κάποιος σε ύψωμα με μεγάλη κλίση
  2. (αθλητισμός) αγώνισμα που απαιτεί ανάβαση σε ύψωμα με μεγάλη κλίση που απαιτεί να χρησιμοποιήσει κανείς και τα χέρια του και πιθανόν ειδικό εξοπλισμό
  3. (μεταφορικά) η ανοδική πορεία κάποιου σε αξιώματα ή επαγγελματικές θέσεις, ακόμη και με αθέμιτο τρόπο

Συνώνυμα[επεξεργασία]

Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]