αναρρόφηση

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]


πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική αναρρόφηση αναρροφήσεις
γενική αναρρόφησης
& αναρροφήσεως
αναρροφήσεων
αιτιατική αναρρόφηση αναρροφήσεις
κλητική αναρρόφηση αναρροφήσεις

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

αναρρόφηση < αναρροφώ

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

αναρρόφηση θηλυκό, (καθαρεύουσα) ἀναρρόφησις

  1. η ενέργεια του αναρροφώ, η προς τα πάνω ρόφηση.
  2. (μηχανική): η δημιουργία ροής υγρού ή αερίου μέσα σε σωλήνα με ρούφηγμα
  3. (μηχανολογία): η μία από τις δύο λειτουργίες αντλίας διπλής ενεργείας.
  4. (καταχρηστικά) η εισρόφηση

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]