αναρτημένος
Εμφάνιση
Νέα ελληνικά (el)
[επεξεργασία]
Ετυμολογία
[επεξεργασία]- αναρτημένος < μετοχή παθητικού παρακειμένου αναρτώ
Μετοχή
[επεξεργασία]αναρτημένος και ανηρτημένος
- → δείτε τη λέξη αναρτώ
αναρτημένος και ανηρτημένος