αναρχισμός

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική αναρχισμός αναρχισμοί
γενική αναρχισμού αναρχισμών
αιτιατική αναρχισμό αναρχισμούς
κλητική αναρχισμέ αναρχισμοί

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

αναρχισμός < αναρχία

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

αναρχισμός αρσενικό

  • κοινωνικοοικονομική και πολιτική θεωρία και πρακτική που επιδιώκει την κατάργηση του κράτους και μια κοινωνία βασισμένη στην αυτοοργάνωση και την αυτοδιαχείριση των ανθρώπων, χωρίς την ύπαρξη κεντρικής εξουσίας
  • πολιτικό δόγμα που πρεσβεύει ότι η πολιτική εξουσία, με οποιαδήποτε μορφή, δεν είναι αναγκαία, ούτε επιθυμητή.
    πολλές ομάδες που εφαρμόζουν τον αναρχισμό στις δικές τους λειτουργίες παίρνουν αποφάσεις ομόφωνα αντί να προβούν σε ψηφοφορία

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]