ανασκαφέας
Εμφάνιση
Νέα ελληνικά (el)
[επεξεργασία]
Ετυμολογία
[επεξεργασία]- ανασκαφέας < ανασκάπτω
Ουσιαστικό
[επεξεργασία]ανασκαφέας αρσενικό ή θηλυκό
- (επάγγελμα) ο αρχαιολόγος που συμμετέχει σε αρχαιολογική ανασκαφή