ανασκευαστικός

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]


πτώση ενικός
ονομαστική ανασκευαστικός ανασκευαστική ανασκευαστικό
γενική ανασκευαστικού ανασκευαστικής ανασκευαστικού
αιτιατική ανασκευαστικό ανασκευαστική ανασκευαστικό
κλητική ανασκευαστικέ ανασκευαστική ανασκευαστικό
πτώση πληθυντικός
ονομαστική ανασκευαστικοί ανασκευαστικές ανασκευαστικά
γενική ανασκευαστικών ανασκευαστικών ανασκευαστικών
αιτιατική ανασκευαστικούς ανασκευαστικές ανασκευαστικά
κλητική ανασκευαστικοί ανασκευαστικές ανασκευαστικά

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

ανασκευαστικός < ανασκευάζω

Open book 01.svg Επίθετο[επεξεργασία]

ανασκευαστικός

  1. που ανασκευάζει, που με αυτόν αλλάζει προηγουμενη δήλωση ως αναληθής
    Πρέπει να κάνει ανασκευαστική δήλωση
  2. που αποδεικνύει ότι κάτι δεν είναι αληθινό
    ανασκευαστικό επιχείρημα


Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]