ανασταίνομαι

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

Ετυμολογία [επεξεργασία]

ανασταίνομαι < παθητική φωνή του ρήματος ανασταίνω

Ρήμα[επεξεργασία]

ανασταίνομαι, στ.μέλλ.: θα αναστηθώ, αόρ.: αναστήθηκα, μτχ.π.π.: αναστημένος

Κλίση[επεξεργασία]

Μεταφράσεις[επεξεργασία]